ευπερίληπτος

-η, -ο (ΑΜ εὐπερίληπτος, -ον)
αυτός που γίνεται εύκολα κατανοητός, ο ευκολονόητος
αρχ.
1. αυτός που συνοψίζεται εύκολα
2. συνεκδ. ο μη διεξοδικός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + περι-ληπτός (< περιλαμβάνω)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐπερίληπτος — easily embraced masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπεριληπτότερον — εὐπερίληπτος easily embraced adverbial comp εὐπερίληπτος easily embraced masc acc comp sg εὐπερίληπτος easily embraced neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπερίληπτον — εὐπερίληπτος easily embraced masc/fem acc sg εὐπερίληπτος easily embraced neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπεριλήπτους — εὐπερίληπτος easily embraced masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπερίληπτα — εὐπερίληπτος easily embraced neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.